Ποιος φοβάται το νέο «Ποτάμι»

Από δημοσιογράφος, αρχηγός πολιτικού κόμματος. Αιφνιδίασε και προκάλεσε αντιδράσεις πολιτικών και δημοσιογράφων με το τολμηρό του εγχείρημα.

8odwrakisPotami

«Το παν στη ζωή είναι να έχεις ορμή. Η δίψα γι’ αυτό που δεν έχεις μπορεί να σε οδηγήσει κόντρα στο ποτάμι και να σε βγάλει απέναντι. Πολλές φορές αναρωτιέμαι εάν μεγάλωνα σε ένα περιβάλλον όπου όλα θα ήταν διαθέσιμα και ο κόσμος θα ξεδιπλωνόταν με το πάτημα ενός κουμπιού, αν θα έμπαινα στον κόπο να τον ανακαλύψω με τον ίδιο τρόπο. Αυτό ακριβώς κάνει η εκπομπή μου στην τηλεόραση – δίνει χώρο σ’ αυτή την ποταμίσια ορμή μέσα από αντίστοιχα παραδείγματα θέλοντας να μάθει τον κόσμο να μη φοβάται να περάσει απέναντι», έλεγε ο Σταύρος Θεοδωράκης πριν από λίγο καιρό σε ομιλία του στο TEDx Academy συνοψίζοντας μέσα σε λίγες αράδες τη φιλοσοφία του.

Το ποτάμι υπήρχε από τότε ως το απόλυτο φαντασιακό στο μυαλό του: αυτό που με την ορμητικότητά του επέβαλλε τις δικές του δυσκολίες, αυτό που τον έκανε να ονειρεύεται την απέναντι όχθη και τους χαμένους ορίζοντες, αυτό που τον παρέσυρε στη δική του ακατάλυτη ορμή. Το ποτάμι ήταν επίσης αυτό που συμβολικά διαχώριζε τις δυτικές συνοικίες όπου μεγάλωσε από τις υπόλοιπες – το νοερό φράγμα που θέλει κάποια παιδιά να βρίσκονται σε προνομιακή βάση και άλλα να μαθαίνουν από νωρίς στη δύσκολη συνθήκη. Αν κάτι έμαθε καλά ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι ότι «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω». Κι αυτό το ποτάμι είναι σε τελική ανάλυση η ίδια του η ζωή.

Ολα αυτά τα μυστικά επεξηγούν την απόφαση του γνωστού πρώην δημοσιογράφου και νυν πολιτικού να ορίσει, για μια ακόμη φορά, το ταξίδι στα ορμητικά νερά με τους δικούς του όρους ξέροντας ότι ο μοναδικός καραβοκύρης είναι ο ίδιος. Η απέναντι όχθη παραμένει δύσκολη και δύσβατη, όπως και όλα όσα έχει περάσει μέχρι τώρα στη ζωή του. Από μικρό άλλωστε ο πατέρας του τον έμαθε ότι πρέπει να ορίζει το παιχνίδι αυτόνομα και με τον δικό του τρόπο αρκεί να είναι ευτυχισμένος με όσα πράττει και διεκδικεί. Από τότε έμαθε να αντλεί κάθε πολύτιμη πληροφορία από τον κόσμο των μεγάλων όντας ακόμη ατίθασος και αλανιάρης, παίρνοντας τα πρώτα του διδάγματα στις δύσβατες ατραπούς του μεροκάματου και της ζωής. Ενόσω ο πατέρας του πουλούσε ένσημα έξω από τα δικαστήρια στην οδό Σταδίου, καθώς μια αναπηρία τού είχε στερήσει την ικανότητα να εργάζεται σε άλλο πόστο, ο μικρός Σταύρος περιφερόταν στον χώρο κάνοντας διάφορα θελήματα αλλά και βοηθώντας τον όπως μπορούσε. Αυτό που έμαθε από τον πατέρα του, λοιπόν, είναι να αγωνίζεται και να δίνει μάχες σε ό,τι διεκδικεί. Ακόμη και όταν εκείνος έφυγε σχετικά νωρίς νικημένος από την επάρατο νόσο, του είχε αφήσει ευχή και κατάρα να αντιμετωπίζει περήφανα τις δυσκολίες του βίου – «μια αγκαλιά και ένα δέντρο αρκούν για να είσαι ευτυχισμένος», του έλεγε. Κι αυτός το υιοθέτησε ως αρχή και δίδαγμα ζωής.

Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα πολλά μπορεί κανείς να καταμαρτυρήσει στον Σταύρο Θεοδωράκη -στενές σχέσεις με την εξουσία, φιλοδοξία ακόμη και αλαζονεία-, αλλά όχι υποκρισία ή έλλειψη ρεαλισμού.

Περηφάνια του, η λαϊκή του καταγωγήΠοτέ δεν έκρυψε -όσο κι αν κάποιοι τον λοιδόρησαν- ότι κατάγεται από την Αγία Βαρβάρα, όπως ούτε ότι ανέκαθεν διατηρούσε στενές σχέσεις με τους Ρομά. Η περηφάνια του ήταν η λαϊκή καταγωγή του, αλλά και η ανάγκη του να κρατηθεί από τις μικροϊστορίες των ανθρώπων που ανέδειξε η βαθιά του συνείδηση ότι τους μοιάζει. «Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος», τόνιζε πάντα στις συνεντεύξεις του, «αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω λοξή ματιά. Ανέκαθεν είχα». Κι αυτή η λοξή ματιά μάλλον ερμηνεύεται ως ένα πρωτοφανές ένστικτο απέναντι στις συγκυρίες και ένα ιδιότυπο κριτήριο που τον έκανε να μετατρέπει τις δυσκολίες σε αφορμή για νέα ξεκινήματα και τη λαϊκή του καταγωγή σε σχολή. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο πρώτος που προσέφερε κόλλυβα ως εκλεκτό γκουρμέ επιδόρπιο στο μαγαζί του – σαν το πλέον προβοκατόρικο σχόλιο για την υψηλή κοινωνία την οποία ταΐζει, αλλά και στην οποία ζει.

Επίσης, είναι ο πρώτος που έκανε το γαμοπίλαφο αφορμή για γκουρμέ αναλύσεις, γνωρίζοντας καλά πως ο Ελληνας δεν μεγάλωσε ούτε με ταρτάρ ούτε με μπλίνις. Αλλά μάλλον ο ίδιος δεν χρειάστηκε καν να το μάθει: την ώρα που οι υπόλοιποι συνάδελφοί του ύψωναν στον φακό τις γυαλιστερές τους Montblank υπενθυμίζοντας στους θεατές ότι τα στρατόπεδα είναι χωρισμένα, ο Θεοδωράκης κράδαινε το ποταπό κόκκινο στιλό του (άντε και τον φακό του), θυμίζοντας ότι αυτό που τον χωρίζει από εκείνους είναι ακριβώς η καταγωγή. Επαναστάτης χωρίς αιτία και χωρίς συγκεκριμένο στόχο, ταξίδευε στις ανταγωνιστικές ατραπούς της τηλεόρασης με το σακίδιο στην πλάτη συλλέγοντας εμπειρίες από ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Για εκείνον η ιστορία που είχε να σου αφηγηθεί ο καθείς ήταν ο μόνος τρόπος για να υπερπηδηθεί το σιδηρούν παραπέτασμα που χωρίζει τους διάσημους τηλεαστέρες από τους αφανείς. Η στρατηγική ήταν απλώς το να ζητά όλο και πιο υψηλές διακυβεύσεις που ταυτίζονται με τα όνειρα ενός απλού, λαϊκού παιδιού. Από μικρός, όταν του έδωσαν ένα μικρόφωνο ενώ δεν είχε ακόμη κλείσει τα 20 στο Δ’ Πρόγραμμα, ήξερε ότι αυτούς που πρέπει να κατακτήσει δεν είναι οι φορείς της εξουσίας αλλά ο μεροκαματιάρης, ο άνθρωπος χωρίς ελπίδα και φωνή. «Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα», αποκάλεσε την εκπομπή του, από όπου παρήλαυναν όλοι οι άγνωστοι φορείς της εξουσίας. Και όχι μόνο. Εκτός από τη φωνή του, που την έκανε να ακούγεται παθιασμένη και αισθαντική με τονισμένο το θ -ένα μειονέκτημα που ο ίδιος μετέτρεψε στο πιο βασικό χαρακτηριστικό ενός ιδιότυπου σεξαπίλ-, αυτό που καλλιέργησε είναι το κουλ συστατικό του χαρακτήρα του (με ιδιαίτερα αποτελέσματα στις γυναίκες). Ηξερε άλλωστε ότι το ελάττωμα μπορεί να αποδειχτεί θανατερό προτέρημα αρκεί να μην το φοβηθείς.

Παρά τα όποια μαθησιακά προβλήματα μπορεί να αντιμετώπιζε στο σχολείο ακριβώς γιατί η έμφυτη περιέργεια δεν μπορούσε να καλυφθεί από τις νεκρές πληροφορίες που μετέφεραν οι σελίδες, εκείνος κατάφερνε πάντα να κοιτάζει μπροστά. Γι’ αυτό ακριβώς αντιλαμβανόταν τις δυσκολίες, τις δυσχέρειες ή το αίσθημα κατωτερότητας – αυτό το «παιδιά ενός κατώτερου θεού» που αντιμετώπιζαν οι μειονότητες. Το παν όμως γι’ αυτόν ήταν να μην εγκαταλείπεις – το διαρκές μότο κάθε εκπομπής του. Οταν έκλεισε η «Πρώτη» (απ’ όπου ξεκίνησε την καριέρα του, μαζί με τους τότε στενούς του φίλους Τέλλογλου και Παπαχελά και τους βασικότερους εκπροσώπους της τότε ερευνητικής δημοσιογραφίας), εκείνος έβαζε στοιχήματα και άλλη πλώρη. Επέλεξε αντί για κάποια άλλη μεγάλη εφημερίδα τη «Μεσημβρινή» – «γιατί είχα ευκαιρίες να γράφω περισσότερο», θα πει εκ των υστέρων. «Προοδευτικός» ο ίδιος όχι και τόσο συνειδητά αλλά για λόγους DNA, ενεργούσε πάντα για τους άλλους, δούλευε για τα δικαιώματα όλων, δημιουργούσε σημαντικά προηγούμενα και νέους κανόνες. Κάθε παραχώρηση στο δικαίωμα ενός Ρομά για το οποίο μαχόταν με μανία τότε, συμμετέχοντας μάλιστα και σε προγράμματα της εκπαίδευσής τους, άνοιγε άθελά του νέες χαραμάδες, πρωτοφανέρωτους χώρους, όπως αυτόν της τηλεόρασης στον οποίο μετακόμισε δουλεύοντας για το Κρατικό Κανάλι το 2000 – κι από εκεί στο MEGA. Οι υπεύθυνοι -της εξουσίας ή των εφημερίδων, γενικότερα οι ανώτεροί του- ανέχονταν τις ιδιορρυθμίες του ίσως γιατί ήξεραν ότι σε τελική ανάλυση δεν δούλευε για κανέναν προστάτη. Στην «Πρώτη», την εφημερίδα απ’ όπου ξεκίνησε, δέχονταν ότι η εμμονή του με τους Ρομά συνοδευόταν από μια έμφυτη πίστη σε κάθε λογής εξεγερμένο. Τόλμησε, άλλωστε, να πάει στο Κόσοβο σε ηλικία 25 ετών για να καλύψει την εξέγερση, αν και για μια ακόμη φορά αποφάσιζε να πάει κόντρα στις οδηγίες. «Εγραφα ότι δεν βλέπω κανένα καλό. Το ένα χωριό το έκαιγαν οι μουσουλμάνοι, το άλλο οι χριστιανοί, εγώ σε ποιο στρατόπεδο να έμπαινα; Αλλωστε, αν το καλοσκεφτείς, αυτό είναι ο δημοσιογράφος. Ο τρίτος άνθρωπος σε πόλεμο», θα δηλώσει ύστερα από χρόνια.

Αυτον τον «τρίτο άνθρωπο σε πόλεμο» δεν τον ξέχασε ποτέ, ξέροντας να καλύπτει τα νώτα του, αλλά και έχοντας στο μυαλό του ότι αν εξαιρέσεις την οικογένεια και τρεις-τέσσερις κολλητούς, ο κόσμος χωρίζεται ανάμεσα στους ανθρώπους της εξουσίας και στους κοινούς θνητούς. Οι δεύτεροι ήταν η επικράτεια και το κοινό του -και εδώ που τα λέμε και οι μελλοντικοί ψηφοφόροι του- και όχι οι πρώτοι. Οχι τυχαία, οι πρώτοι που έσπευσαν να επαναστατήσουν κατά της δημιουργίας του νέου του κόμματος ήταν οι αλλοτινοί συνάδελφοί του από τον «Οργανισμό». Το πρώτο χτύπημα το κατάφερε κόντρα στο ρεύμα του «Ποταμού» ο διευθυντής του «Βήματος» Αντώνης Καρακούσης, ο οποίος σε κείμενό του την επομένη της ανακοίνωσης της δημιουργίας κόμματος από τον Θεοδωράκη έγραφε χαρακτηριστικά στο «Βήμα» πως «πλανάται πλάνην οικτράν ο καλός συνάδελφος αν νομίζει ότι τα προβλήματα της χώρας είναι όπως τα παρουσιάζει στις τηλεοπτικές εκπομπές του. Στην πραγματική ζωή δεν υπάρχουν μοντάζ, ούτε επιλεγμένες όμορφες εικόνες ή ακόμη χειρότερα είναι κακές, καταλλήλως φωτισμένες, ώστε να είναι ανεκτές από το τηλεοπτικό κοινό». Για να εισπράξει την απάντηση του Σταύρου Θεοδωράκη: «Τις καταλαβαίνω αυτές τις φοβικές αντιδράσεις. Ο συντηρητισμός περνάει μετά από λίγο καιρό στις φλέβες. Ανθρωποι σοβαροί, υποτίθεται, νιώθουν σίγουροι όταν τις δημόσιες υποθέσεις τις χειρίζονται απόφοιτοι κολεγίων που δεν έχουν κάνει ούτε ένα μεροκάματο στη ζωή τους και ανησυχούν όταν δραστηριοποιούνται οι πολίτες». Γενικότερα, τα στελέχη του συγκροτήματος δεν είδαν με το καλύτερο μάτι την απόφαση του πρώην αγαπημένου τέκνου των «Νέων» και του MEGA να πολιτευτεί – κυρίως γιατί δεν είχε προειδοποιήσει κανέναν και μάλλον επειδή κανείς δεν θέλει τους καταξιωμένους δημοσιογράφους να μπαίνουν στα πολιτικά νερά – πόσο μάλλον σε ολόκληρο ποτάμι.

see  more: msn.com